Θέλαμε εκλογές!
Στις κρισιμότερες –ίσως- μετά τη μεταπολίτευση εκλογές προσήλθαμε την Κυριακή 6 Μαΐου. Εκλογές που προέκυψαν σχεδόν αποκλειστικά από την επιμονή (κατ’ άλλους veto) του κ. Σαμαρά να αναλάβει το κόμμα του αυτοδύναμα τη διαχείριση της κρίσης, κατ’ άλλους της χρεοκοπίας της χώρας, ακόμα κι’ αν αυτό σήμαινε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, όπως ο ίδιος άλλωστε είχε δηλώσει. Το ποια συγκεκριμένα μέτρα σωτηρίας πρότεινε στους κ.κ. Παπαδήμο και Βενιζέλο και αυτοί τα αρνήθηκαν δεν θα το μάθουμε ποτέ. Προσήλθαμε λοιπόν στις εκλογές και περιμέναμε όλοι (οι ψηφίζοντες βάσει κάποιας λογικής τουλάχιστον) να ακούσουμε και να διαβάσουμε συγκεκριμένες θέσεις και απόψεις. Ας μη σχολιάσουμε την ανυπαρξία γραπτών προγραμμάτων, που άλλοτε μοιράζονταν κατά χιλιάδες, αλλά την ανυπαρξία ουσιαστικού λόγου και διαλόγου από το κατ’ εξοχήν «λαϊκό» μέσο, την τηλεόραση, που έχει σχεδόν αποκλειστικά αναλάβει το «ζάλισμα» του μέσου ψηφοφόρου.
Εσείς με ποιους θα συνεργαστείτε;
Θα περίμενε κανείς αυτό που θα ερωτούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι δημοσιογράφοι τους εκπροσώπους των κομμάτων, να ήταν τις προτάσεις τους για την αντιμετώπιση της κρίσης και –βέβαια- τις αντιρρήσεις τους στις προτάσεις των άλλων. Ματαίως. Καθόσον σχεδόν η μόνη ερώτηση που γινόταν, ήταν «εσείς με ποιους θα συνεργαστείτε μετεκλογικά;». Ερώτηση που γινόταν μονότονα επί εβδομάδες, δίνονταν οι ίδιες απαντήσεις αλλά οι δημοσιογράφοι ακούραστοι την επαναλάμβαναν στον επόμενο εκπρόσωπο του ίδιου κόμματος, μέχρι που να τελειώσει αυτό το «στρογγυλό τραπέζι» και να αρχίσει το επόμενο, με νέα φουρνιά εκπροσώπων, με τους οποίους ξανάρχιζε ο ίδιος κύκλος: «εσείς με ποιους θα συνεργαστείτε μετά τις εκλογές;». Αναζητούνται οι αφελείς που πιστεύουν ότι αυτό οφείλεται σε έλλειψη εφευρετικότητας των δημοσιογράφων (υπάρχουν βέβαια και λίγες εξαιρέσεις).
Παραδείγματα «απαγορευμένων» προεκλογικών ερωτήσεων
-Γιατί δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτε, τουλάχιστον από το 2009, για να περιοριστεί η αισχροκέρδεια, την ύπαρξη της οποίας αναγνώρισε και η τρόικα, και η οποία έχει κάνει την Ελλάδα μια από τις ακριβότερες χώρες, με μια ακρίβεια που δεν υποχωρεί παρά τις μεγάλες μειώσεις μισθών; Τι άμεσα μέτρα θα λάβετε αν κάνετε κυβέρνηση;
-Πώς σχολιάζετε σήμερα τη δήλωση του κ. Σαμαρά (Μάιος 2010 στη Βουλή) ότι δεν θα αφήσει την Αριστερά να μονοπωλήσει τον αντιμνημονιακό χώρο;
-Γιατί οι φορολογικές δηλώσεις δεν έχουν καν φτάσει, ενώ άλλες χρονιές το Μάη είχαμε ήδη πληρώσει το φόρο εισοδήματος; Για να μη φορτωθούν το πολιτικό κόστος πριν τις εκλογές αλλά να μπορούν να εκβιάζουν ότι η Ελλάδα χρεοκοπεί σε δύο μήνες;
-Ποιό ίχνος ρεαλισμού έχει η πρόταση για κυβέρνηση της Αριστεράς;
-Αφού το πιθανότερο είναι να προκύψει συγκυβέρνηση Ν.Δ. –ΠΑΣΟΚ, υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής αναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου, αφού νωπές είναι οι υπογραφές συμμόρφωσής τους από τους κ.κ. Βενιζέλο και Σαμαρά;
-Γιατί δεχτήκαμε (και υπογράψαμε) με το μνημόνιο τη λανθασμένη (ακόμα και για το Δ.Ν.Τ.) αντίληψη ότι οι αλλεπάλληλες μειώσεις των μισθών θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και για δικαιολογία προβάλλεται ότι τη μείωσε η δημαγωγία της Αριστεράς; Δηλαδή ο μόνος σωστός από το 1981 ήταν ο «0+0=14» κ. Μητσοτάκης;
Και τι έλεγε τότε το ΠΑΣΟΚ;
Υποθέτω ότι ο κάθε προβληματισμένος ψηφοφόρος θα μπορούσε να προσθέσει μια ερώτηση που δεν τέθηκε προεκλογικά και θα ήθελε να πάρει απάντηση.
Το μετεκλογικό γαϊτανάκι
Αυτό όμως που (δεν) έγινε προεκλογικά δεν ήταν τίποτε μπροστά σ’ αυτό που (δεν) έγινε μετεκλογικά. Ήταν όμως η απολύτως «φυσική» συνέπειά του. Το θέατρο του παραλόγου συνεχίστηκε και –δυστυχώς- θα ενταθεί, όπως όλα δείχνουν, μέχρι τις 17 Ιουνίου. Το ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα συνεννόησης και συνδιαλλαγής ήταν φανερό ήδη από το βράδυ των εκλογών.
-«Πώς είσαι τόσο βέβαιος;» με ρώτησε φίλος που παρακολουθούσαμε μαζί τα αποτελέσματα και τη «συζήτηση εκπροσώπων».
-«Μα, από τη στιγμή που η επίσημη εκπρόσωπος του κόμματος που έχασε το 70% της εκλογικής του δύναμης, κουνάει επιτιμητικά το δάκτυλο στον εκπρόσωπο του κόμματος που η δύναμή του πολλαπλασιάστηκε και του λέει ότι πρέπει να σοβαρευτεί, τότε τι να ελπίζεις;». (Ως επιβεβαίωση, την άλλη μέρα ο αρχηγός του κόμματος που ζήταγε αυτοδυναμία, το κάλεσε «να συνέλθει.»)
Το θέμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ!
Σε πέντε ώρες κατάθεσε την εντολή ο κ. Σαμαράς, για να περάσει αμέσως η υπόθεση στον ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο έστρεψαν όλα τους τα πυρά οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών, με την αμέριστη συμπαράσταση των ΜΜΕ. «Κάντε αριστερή κυβέρνηση και μεις θα σας δώσουμε ψήφο ανοχής!», είναι ίσως η πιο σουρεαλιστική πολιτική πρόταση που έχει ακουστεί ποτέ. Επιστρατεύτηκαν και συνταγματολόγοι για να μας πείσουν ότι είμαστε αγράμματοι και ότι «απόλυτη πλειοψηφία» μπορεί να σημαίνει και 121 βουλευτές. Πέραν τούτου, κυβέρνηση μειοψηφίας να διαπραγματεύεται θέματα ζωής και θανάτου για μια χώρα, ενώ οι αρχηγοί των κομμάτων που τη στηρίζουν να έχουν υπογράψει συμμόρφωση στο μνημόνιο και οι μισοί επίσημοι Γερμανοί να ωρύονται ότι καμία διαπραγμάτευση δεν είναι δεκτή, μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο ακούγεται.
Και βέβαια, το θέμα που κυριάρχησε όλη σχεδόν τη μετεκλογική εβδομάδα, με τη βοήθεια και του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν απόφυγε την πρόκληση, ήταν είτε γιατί δεν φτιάχνει κυβέρνηση, είτε γιατί δεν μετέχει σε κυβέρνηση.
Ποια κυβέρνηση;
Δεν γνωρίζω αν η «ισόρροπη εκπροσώπηση των συνιστωσών» έφερε στο τηλεοπτικό προσκήνιο εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στο βάρος των επιθέσεων όλων των κομμάτων, από τη στιγμή μάλιστα που μίλησαν και για «αριστερό Καρατζαφέρη». Γνωρίζω όμως ότι η μη αυτοδυναμία σημαίνει συνθέσεις και ότι πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Ότι «σε στηρίζω αν μου εγγυηθείς ότι δεν θα βγούμε από την ευρωζώνη» δεν είναι πολιτική πρόταση αλλά κουβέντα για αφελείς ψηφοφόρους του Ιουνίου. Σύνθεση λοιπόν σημαίνει ότι το κάθε κόμμα έχει ορισμένα θέματα που τα προβάλλει ως «κόκκινη γραμμή» και από κει και πέρα γίνονται (με εξαντλητικούς διαλόγους) οι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και ότι αυτό σημαίνει «κουλτούρα διαλόγου». Αυτά τα θέματα τίθενται αμέσως, έστω και χωρίς μεγάλη δημοσιότητα, που ορισμένες φορές βλάπτει. Αλλιώς, λειτουργούμε μόνο επικοινωνιακά, λέγοντας ότι ο λαός ζητά απλώς να γίνει κυβέρνηση, λες και η ακυβερνησία μας έριξε στο γκρεμό της πτώχευσης.
Γνωρίζοντας (ή οφείλοντας να γνωρίζει) το βάρος των επιθέσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να παρουσιάσει αμέσως (και όχι στις 11/5) την «πρόταση των πέντε σημείων» (διατήρηση της «μετενέργειας», μειώσεις μισθών, μέτρα Ιουνίου κλπ) και να προσπαθήσει να αντιστρέψει το κλίμα, ρίχνοντας το μπαλάκι στη Ν.Δ. και στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και προσπαθώντας με κάθε τρόπο να γίνει η πρόταση το κύριο θέμα συζήτησης. Υπόθεση καθόλου απλή! Αφού δεν την ακούσατε στα δελτία ειδήσεων, προσπαθήστε να τη βρείτε στις δύο Κυριακάτικες εφημερίδες (13/5). Απλά δεν υπάρχει!
Και κάτι ακόμα: Γιατί αποσιωπάται η απόλυτη αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού του Κράτους, με μέτρα που –δυστυχώς- περιγράφονται στο μνημόνιο, αφού μόνοι μας δεν συμφωνούμε ποτέ να τα λάβουμε; Δεν συμφωνούν τα ελληνικά κόμματα και δεν το συζητούν; Θεωρείται «ξένη επέμβαση»;
Σε τι ελπίζουν; Και τι φοβούνται;
Τα κόμματα λοιπόν (αν δεν γίνει θαύμα την τελευταία στιγμή) βαδίζουν προς νέες εκλογές τον Ιούνιο. Το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. ελπίζουν ότι θα φορτώσουν την ευθύνη στον ΣΥΡΙΖΑ και μετά από ένα μήνα καθημερινών δηλώσεων και εκβιασμών (κυρίως Γερμανών) και άφθονη κινδυνολογία από τα ΜΜΕ, πολλοί ψηφοφόροι θα φοβηθούν και θα επανακάμψουν. Ο κίνδυνος είναι ότι θα υπάρξει περαιτέρω συρρίκνωση (ιδίως του ΠΑΣΟΚ) και η δημιουργία κυβέρνησης θα γίνει δυσκολότερη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει ότι θα γίνει πρώτη πολιτική δύναμη αλλά το ερώτημα είναι πώς και με ποιούς θα κάνει κυβέρνηση, ιδίως μετά την οξεία επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον της ΔΗΜΑΡ, η οποία βρέθηκε υποχρεωμένη να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφας. Τα άλλα κόμματα (πλην των δύο του 2,9%) φαίνεται ότι θα ικανοποιηθούν με τα ποσοστά που πήραν.
Το αιώνιο ερώτημα παραμένει:
Τι διαφέρει ουσιαστικά η χώρα από τα καπετανάτα της προεπαναστατικής Ελλάδας, όπου κάθε ένα πολεμούσε και θεωρούσε ότι πρέπει να υπερισχύσει με κάθε τρόπο εναντίον των άλλων, για να κυβερνήσει μόνο του, έστω και σε ένα μικρό κομμάτι γης; Στο ότι τα καπετανάτα έγιναν κόμματα;
Ανταγωνιστικότητα και μύθοι
Βρέθηκε επιτέλους ο ένοχος της κακοδαιμονίας και –γιατί όχι- της κατάρρευσης της χώρας. Είναι η χαμηλή μας ανταγωνιστικότητα. Οφείλεται στο υψηλό μισθολογικό κόστος, άρα (βλέπε μνημόνιο –δανειακή σύμβαση σε παλαιότερα άρθρα μας) οι μισθοί και τα ημερομίσθια πρέπει να περικοπούν στο βαθμό που μας συμβουλεύουν οι κ.κ. Λαγκάρντ και Τόμσεν (μισθοί Κροατίας ή Βουλγαρίας) και το επαναλαμβάνουν μονότονα τα εγχώρια παπαγαλάκια και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να γίνουμε Βουλγαρία αλλά όταν ακούει για κάποιες άλλες αναγκαίες αλλαγές αντιτείνει ότι δεν θα γίνουμε Κορέα ή Κούβα.
Έγραφα στο τεύχος της 23ης Φεβρουαρίου της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ (υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή στο site) και με αφορμή την κατάθεση στη Βουλή της δανειακής σύμβασης της Ελλάδας και των πιστωτών –χωρών της Ευρωζώνης, για τις «σκοτεινές» πλευρές της και για το χειροπόδαρο δέσιμο της χώρας (τουλάχιστον) για τριάντα χρόνια, χωρίς να υπάρχει και καμιά βάσιμη ελπίδα ότι θα υπάρξει ανάκαμψη και αποφυγή της μετατροπής της χώρας σε τριτοκοσμική. Την Τρίτη 20 Φεβρουαρίου η Βουλή ήταν ο τόπος της τελευταίας πράξης αυτής της σκοτεινής ιστορίας.
Γύρω στα 250 εκατ. ευρώ το χρόνο υπολογίζει το Υπ. Υγείας ότι στοιχίζουν στο Κράτος οι «μαϊμούδες» ανάπηροι και οι δήθεν δικαιούχοι επιδομάτων κοινωνικής Πρόνοιας. Πρόσφατα μάλιστα αποκαλύφθηκε ότι υπάλληλος της Διεύθυνσης Οικονομικού της Περιφέρειας Αττικής εξέδιδε σωρεία τέτοιων εντολών πληρωμής, μεταξύ των οποίων και στη θεία του, η οποία εισέπραττε από το 2001 ως το 2010 κατά μέσον όρο 6700 ευρώ το μήνα, παρότι δεν ήταν εγγεγραμμένη σε κανένα μητρώο επιδομάτων.
3 Μαΐου 2010. Μετά το διάγγελμα του πρωθυπουργού από το Καστελόριζο, η Βουλή, σε κατάσταση σοκ, καλείται να ψηφίσει –κατεπειγόντως– κάποιο «μνημόνιο» των υποχρεώσεων που αναλαμβάναμε, για να μας δώσουν ένα μεγάλο δάνειο που θα απέτρεπε την άμεση χρεοκοπία της χώρας. Στον πανικό που επικράτησε, κανείς βουλευτής δεν σκέφτηκε ότι τα δάνεια δεν δίνονται με «μνημόνια» αλλά με δανειακές συμβάσεις και δανειακή σύμβαση ούτε συζητήθηκε ούτε αποφασίστηκε. Το μνημόνιο έγινε ο νόμος 3845/2010 και δημοσιεύτηκε στις 6/5/2010 (ΦΕΚ 65).
Αναμενόμενη ήταν η ένταση που επικράτησε κατά τη συζήτηση του θέματος της κατάργησης του πεζόδρομου της Σπ. Ρόδη εχθές (21/12) στο δημοτικό συμβούλιο. Όχι γιατί «υπερεκτιμήθηκε το θέμα», όπως υποστήριξε ο δήμαρχος αλλά γιατί ήταν σαφής ο συμβολικός χαρακτήρας της απόφασης που επρόκειτο να ληφθεί. Και πολύ άργησαν, σκεφτόμουν εδώ και καιρό, βλέποντας όλα τα κυκλοφοριακά μέτρα να καταρρέουν λόγω εγκατάλειψης των ελέγχων και την πόλη να ξαναγυρίζει στο χάλι που ξέραμε τόσα χρόνια.
Στην κατεπείγουσα συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου (Τετάρτη 30/11) για το πρόβλημα της διακοπής της τροφοδοσίας του νησιού με νερό ΕΥΔΑΠ, επιχειρήθηκε από πλευράς της διοίκησης του Δήμου να επιρριφθεί όλη η ευθύνη στους υδρομεταφορείς. Δύο από τα στοιχεία της επιχειρηματολογίας παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
Το πρώτο είναι η παράθεση συγκριτικών στοιχείων: Με αριθμητικά στοιχεία που παρατέθηκαν τόσο από τον δήμαρχο όσο και από τον αντιδήμαρχο κ. Ν. Κουκούλη, φέτος ο Δήμος πήρε λιγότερο νερό ΕΥΔΑΠ από πέρυσι και έχει πληρώσει περισσότερα χρήματα. Γιατί λοιπόν να το κόψουν φέτος το νερό, αναρωτήθηκαν.
Ένα σημαντικό βήμα για τον υποθαλάσσιο αγωγό ύδρευσης πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 24/11 στο δημοτικό συμβούλιο. Η ομάδα των μελετητών έκανε παρουσίαση της προμελέτης και το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα τα βήματα που πρέπει να γίνουν από εδώ και πέρα, όπως το να συνταχθούν τα τεύχη δημοπράτησης και να ζητηθεί έγκριση από τον αρμόδιο υπουργό, ώστε η συνέχεια να γίνει σε ένα στάδιο (μελέτη –κατασκευή), κάτι που δικαιολογείται από το είδος του έργου.
Θα μπορούσε να είναι μια συνεδρίαση σε πανηγυρικό κλίμα, μια ιστορική στιγμή, όπως ειπώθηκε σε κάποιο σημείο από το δήμαρχο. Όπως όχι! Γύρω στις τέσσερις ώρες (!!!) διάρκεσε η συζήτηση του θέματος και οι μισές περίπου καταναλώθηκαν σε προσπάθειες απαξίωσης της μελέτης και της σπουδαιότητας των βημάτων που έγιναν μέχρι σήμερα.
«την ώρα που θα κυκλοφορήσει αυτό το φύλλο, το
δημοτικό συμβούλιο θα συνεδριάζει για να υπογράψει
τη σύμβαση με την ΕΥΔΑΠ ή όχι. Ας ευχηθούμε να μην
πάρει τη λάθος απόφαση.»
Αυτά έγραφα πριν δεκαπέντε μέρες, αναφερόμενος στην «ειδική» συνεδρίαση της 21ης Οκτωβρίου, με δύο μόνο θέματα, το πρώτο των οποίων ήταν «περί εξέτασης σύναψης προγραμματικής σύμβασης με την ΕΥΔΑΠ ΑΕ ή θυγατρική αυτής (…) και εξουσιοδότηση υπογραφής». Η διατύπωση του θέματος, οι δηλώσεις του δημάρχου, ακόμα και η ώρα της συνεδρίασης (4 μ.μ.) σε συνδυασμό με τις δηλώσεις ότι θα παρευρίσκονται και εκπρόσωποι της εταιρείας για να απαντήσουν σε ερωτήσεις, όλα κατέληγαν στην άποψη ότι η δημοτική αρχή θα ζητούσε την υπογραφή της σύμβασης. Φαίνεται όμως ότι ο κ. δήμαρχος μέτρησε καλά τις αντιδράσεις που είχαν ξεσηκωθεί ακόμα και μέσα στην πλειοψηφία και –αφού περίγραψε τα στάδια των συμφωνιών που θα μπορούσαμε να κάνουμε- πρότεινε την απόρριψη της πρότασης της ΕΥΔΑΠ Νήσων, αφού –όπως είπε- είμαστε σταθερά προσανατολισμένοι στην υπόθεση του υποθαλάσσιου αγωγού, αναγνωρίζοντας έτσι εμμέσως τη σχέση της πρότασης με την αφαλάτωση.
Αφού εκπρόσωποι της εταιρείας δεν ήρθαν (προφανώς ειδοποιήθηκαν), η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώσει το σημείο αυτό, με ομόφωνη απόφαση απόρριψης της πρότασης της εταιρείας. Όμως όχι. Οι σύμβουλοι της πλειοψηφίας πήραν σχεδόν όλοι το λόγο, για να μας πουν γιατί δεν συμφωνούν με την πρόταση και πόσο κακή είναι. Ήσαν τόσο εφευρετικοί, που θύμιζαν παράσταση όπου ο καθένας είχε το ρόλο του. «Πολλές χαριστικές βολές πάνω από ένα διαπιστωμένο πτώμα», χαρακτήρισε τις ομιλίες τους ακροατής. Πράγματι, με τις ομιλίες τους έδειχναν να απαλλάσσονται από το βάρος να υποστηρίξουν μια πρόταση που ξεσήκωσε τόσες αντιδράσεις και θα ξεσήκωνε πολύ περισσότερες.
Δεν ήταν αλλαγή στάσης;
«Χαιρετίζω την αλλαγή στάσης του κ. δημάρχου» είπε ο κ. Πτερούδης, προκαλώντας την έντονη αντίδραση του κ. Σακκιώτη. «Ποτέ δεν υπήρξε αλλαγή θέσης, ποτέ δεν υπήρξε θέση που να ξέφευγε…» υποστήριξε ο δήμαρχος. «Δεν υπάρχει δήλωση από μένα ποτέ, ποτέ», επανελάμβανε με έμφαση, ενώ ο κ. Πτερούδης προσπαθούσε να ξαναπάρει το λόγο για να τη διαβάσει. Ατυχώς για τον κ. δήμαρχο τη δήλωση τη διάβασε δημότης που πήρε το λόγο (ο υπογράφων) και αξίζει να παρατεθεί:
«Πιστεύω ότι θα περάσει με ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η σύνδεσή μας με την ΕΥΔΑΠ Νήσων, μέσα από μια προγραμματική σύμβαση – πλαίσιο και στη συνέχεια θα υπάρξει μια δεύτερη, όπου θα εξειδικεύονται οι όροι της λειτουργίας αυτής της σχέσης και βεβαίως στη συνέχεια θα υπάρξει μελέτη που θα περάσει από το δημοτικό συμβούλιο, για να ολοκληρώσουμε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την προοπτική ανάπτυξης αυτής της σχέσης…». Η δήλωση αυτή έγινε σε τοπικό site ακριβώς δεκαπέντε μέρες πριν το δημοτικό συμβούλιο (στις 7/10).
Τι έκανε ο δήμαρχος; Συμφώνησε απολύτως με τον δημότη ότι πρέπει να σταματήσει κάθε συζήτηση περί ΕΥΔΑΠ και δεν σχολίασε καθόλου τη δήλωση που δήθεν δεν είχε κάνει. Βλέπετε, ο κανονισμός του δημοτικού συμβουλίου δεν επιτρέπει τις δευτερολογίες…
Και ο αντιπεριφερειάρχης εναντίον!
Μετά την απόφαση αυτή, ο αντιπεριφερειάρχης νησιών κ. Κατσικάρης ήρθε στο (επόμενο) δημοτικό συμβούλιο (24/10) για να ενημερώσει και «να εξηγηθεί», όπως είπε. Αν και είχε δηλώσει (πριν ένα μήνα) ότι ο Δήμος πρέπει να δώσει το δίκτυο ύδρευσης στην ΕΥΔΑΠ Νήσων, τόνισε ότι είναι κατά της αφαλάτωσης για την Αίγινα. Ενημέρωσε για τα διάφορα έργα που είναι σε εξέλιξη (κυματοθραύστης, χερσαία έργα ύδρευσης, λιμενικό έργο στην Πέρδικα κ.α.) και στάθηκε δια μακρών στο έργο του υποθαλασσίου αγωγού. Ο κ. Κατσικάρης εμφανίστηκε πολύ σκεπτικός για το έργο, λέγοντας ότι είναι δύσκολο, ότι δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα, ότι είναι πολλά τα λεφτά, ότι οι μελετητές προτείνουν τρεις λύσεις και δεν ξέρουν ποια είναι η σωστή και ότι θέλει πολύ σκέψη με τους μηχανικούς της Περιφέρειας. Όλες αυτές οι ανησυχίες του αντιπεριφερειάρχη έχουν βέβαια πειστικές απαντήσεις αλλά δημιούργησαν ένα κλίμα αβεβαιότητας για το αν θέλει πράγματι η Περιφέρεια να χρηματοδοτήσει το έργο.
Το κλίμα αυτό εντάθηκε, όταν ο κ. Κατσικάρης δήλωσε ότι η πρόταση του κ. Σπυρίδωνα, να χρηματοδοτήσει το έργο η Περιφέρεια δεν είναι σωστή, γιατί το σύνολο σχεδόν των χρημάτων που έχει (περίπου 270 εκατ. ευρώ) προέρχονται από τα αποθεματικά που δημιούργησε με σωστή διαχείριση ο πρώην νομάρχης Αττικής και νυν Περιφερειάρχης κ. Σγουρός, άρα πρέπει να κατευθυνθούν προς την Αττική.
Πώς ένα άρθρο ξαναγράφεται
Για τα κριτήρια με τα οποία διασπαθίστηκαν τα χρήματα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, έγραφα στο προηγούμενο φύλλο. Και σκόπευα να συνεχίσω, αφού φαινόταν ότι εξακολουθούν να ισχύουν. Ότι η λογική να πάνε τα χρήματα στην Αττική είναι λανθασμένη για πολλούς λόγους. Πρώτα, γιατί ακυρώνει τη λογική των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που είναι η ενίσχυση της Περιφέρειας. Ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μεταχειρίζονται τα χρήματα των πλουσιότερων Πολιτειών για να ενισχύσουν τις ασθενέστερες οικονομικά. Ότι τα χρήματα δεν είναι κληρονομιά, για να ακολουθούν τους κληρονόμους. Ότι το «να πάνε στην Αττική» μπορεί να ερμηνευθεί ψηφοθηρικά, αφού εκεί είναι οι περισσότεροι ψήφοι. Ότι μια μελέτη που έχει εγκριθεί δεν ξαναμπαίνει στο τραπέζι «για συζήτηση», ότι αυτό μυρίζει ανταλλάγματα, ενδιαφερόμενους κατασκευαστές και πολιτικούς και όλα όσα περιέγραφα στο προηγούμενο σημείωμα. Ότι το επιχείρημα πως τέτοιο έργο δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα είναι χωρίς νόημα, όταν πρόκειται για διεθνή διαγωνισμό: Κάποτε, τέτοια έργα, θα γίνουν και στην καθυστερημένη Ελλάδα. Η γέφυρα Ρίου –Αντιρρίου πώς έγινε; Ότι η πρόσφατη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου να δεσμεύσει 1 εκατ. ευρώ για το έργο δεν μπορεί τόσο εύκολα να αγνοηθεί. Ότι, όπως έγραφα στο ίδιο σημείωμα, «κάθε άρνηση να εγκριθεί και να μπει σε πρόγραμμα χρηματοδότησης το ώριμο αυτό έργο θα είναι ακατανόητη και πιθανότατα θα βάλει σε μπελάδες την Περιφέρεια». Αυτός ήταν ο πυρήνας του άρθρου που έγραφα, όταν ήρθαν τα χαρμόσυνα νέα για την απόφαση χρηματοδότησης του αγωγού, που διαβάσατε ήδη. Και σκέφτηκα –πλην του ότι πρέπει να το ξαναγράψω- ότι ο κ. Κατσικάρης μάλλον σκέψεις και φόβους εξέφρασε και τον παρεξήγησα. Και σκέφτηκα φυσικά και τον τυχερό Δήμαρχό μας, που –κυριολεκτικά, λόγω διαφοράς ώρας με την Κίνα- «κοιμάται και η τύχη του δουλεύει»…
Το παρακάτω δημοσιεύτηκε πριν 15 περίπου χρόνια στο σατιρικό περιοδικό ΤΟ ΦΙΣΤΙΚΙ, αφού ο τότε δήμαρχος είχε πάει ταξίδι στην Κίνα, για τον ίδιο λόγο που πάει και ο νυν δήμαρχος. Για να δικαιολογηθεί το ταξίδι πρόβαλλε το λόγο που προβάλλει και ο νυν: Το ότι θα έρθουν εδώ πολλοί τουρίστες εκ Κίνας. Όπως βλέπετε, οι μόνες σχεδόν διαφορές με το τότε, είναι το ότι υπάρχει πια διάδρομος για τους πεζούς στα μαγαζιά της παραλίας.
Αφασιακή τηλεορασοεκπαιδευμένη κοινωνία
Εποχή για μποστάνια
Η επόμενη μέρα: Αναζητείται κουλτούρα διαλόγου
Κρίμα για την αριστερά…
80 ΩΡΕΣ ΜΕΙΝΑΝΕ. Επιστολή προς τα κόμματα